Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Αγραμπελιώτικα επώνυμα και η προέλευσή τους


 Ο συγγραφέας, φιλόλογος, ιστορικός και διδάκτορας
Γλωσσολογίας Αντώνης Βασιλείου, παρουσιάζει την επιστημονική του έρευνα για την προέλευση των Αγραμπελιώτικων επωνύμων. 

Γράφει ο: Αντώνης Βασιλείου, M.Ed., Ph.D. Εκπαιδευτικός Π.Ε., Ιστορικός 
Δείτε την έρευνα αναλυτικά:....

Αποστόλου, προέρχεται από το όνομα Απόστολος. Δεν γνωρίζουμε αν είναι το αρχικό επώνυμο της οικογένειας ή έχει αλλάξει. Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά.
Βέλιος, σύμφωνα με τον Ντίνα (1995: 106) το επώνυμο αυτό προέρχεται από τη σλαβική λέξη bel (= άσπρος). Το επώνυμο αυτό απαντάται και σε μη Βλαχόφωνους. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Ζήντρος, ο Αλεξάκης (2012: 436) αναφέρει τη λέξη zdërrës, που την ερμηνεύει ως τον φλύαρο, τον πολύλογο, από την οποία ετυμολογεί το επώνυμο αυτό. Πράγματι στην αλβανική γλώσσα υπάρχει η λέξη zdërr, που σημαίνει την πολύλογη, την πολυλογού, τον πολυλογά και γενικά κάποιον που λέει πολλά (Γκίνης, 1998: 1.176/λήμμα zdërr). Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν το επώνυμο αυτό σχετίζεται με τη συγκεκριμένη λέξη. Απαντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ως Ζήντρος, Ζήνδρος ή Ζήτρος. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Καμπέρης, προέρχεται ίσως από το αραβοτούρκικο kaber, που σημαίνει δούλος γεννημένος στο σπίτι του κυρίου του, πιστός δούλος (http://yourforum.gr/ InvisionBoard/--t358375.html & Συμεωνίδης, 2010, τόμος Α΄: 151). Το επώνυμο αυτό απαντάται και σε Βλάχους πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Για παράδειγμα, ο Σέρβος ακαδημαϊκός και ιστορικός βυζαντινής τέχνης, Ντέγιαν Μεντάκοβιτς, ο οποίος καταγόταν από την Κορυτσά της Αλβανίας, ονομαζόταν και Καμπέρης (Σωτηρίου, 1998: 21). Επίσης ο Ιωάννης Καμπέρης, ηπειρώτης στην καταγωγή, υπήρξε Δήμαρχος του Νόβι Σαντ της Σερβίας κατά τον 19ο αιώνα (Σωτηρίου: 1998: 59). Τέλος, το επώνυμο αυτό απαντάται επίσης στα Όχθια, στην Παλαιομάνινα και στη Στράτο. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Κάμπος, ίσως σχετίζεται με την αλβανική λέξη gab/ë [γκάμπ/ε], η οποία σημαίνει το λάθος, το σφάλμα, τη γκάφα, τη βλακεία, την ανοησία (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 843). Οδηγούμαστε σε αυτή την ερμηνεία, διότι στη Στράτο το συγκεκριμένο επώνυμο απαντάται ως Γκάμπος. Επίσης στην αλβανική απαντάται και το ρήμα gab/oj [γκαμπ/όγι], το οποίο σημαίνει λαθεύω. Το συγκεκριμένο επώνυμο απαντάται στην Παλαιομάνινα και στη Γουριώτισσα ως Κάμπος. Αν δεχτούμε την παραπάνω ερμηνεία, κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Καπουράνης, άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης σε μας. Απαντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Κωνσταντίνου, προέρχεται από το κυριώνυμο Κωνστατίνος. Δεν γνωρίζουμε αν είναι το αρχικό επώνυμο της οικογένειας ή έχει αλλάξει. Απαντάται στη Στράτο και στο Στρογγυλοβούνι. Το συγκεκριμένο επώνυμο απαντάται και στον Αλμυρό Βόλου, όπου έχουν εγκατασταθεί Φρασεριώτες Αρβανιτόβλαχοι από την Αλβανία και συγκεκριμένα από την Πόγρη Κορυτσάς (http://www. almyros.vlahoi.net/almiros.htm). Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά.
Μπαμπάνης, ίσως από την τούρκικη λέξη babaanne [μπαπαάννε], η οποία σημαίνει τη γιαγιά (Ομάδα καθηγητών τούρκικης γλώσσα, 2003: 30). Ίσως όμως σχετίζεται με την αλβανική λέξη babanac/e [μπαμπανάτσ/ε], η οποία σημαίνει την μπομπότα, το καλαμποκίσιο ψωμί. Απαντάται επίσης στην Παλαιομάνινα και στο Στρογγυλοβούνι. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Μπιτάκος, κατά πάσα πιθανότητα το συγκεκριμένο επώνυμο αποτελεί υποκοριστικό του ονόματος Δημήτριος στο οποίο έχει προστεθεί η υποκοριστική κατάληξη - άκος, που συνηθίζεται στη Μάνη Λακωνίας. Για τη Μάνη και τις σχέσεις της με τους Καραγκούνηδες της περιοχής δες στο τοπωνύμιο La M¹ina a% ό# (= Στη Μάινα/Στη Μάνινα των προβάτων). Ο Ντίνας (1995: 187) για τα παρεμφερή επώνυμα Μπίτος και Μπίτης έχει διατυπώσει παρόμοια ετυμολογική πρόταση. Στην Παλαιομάνινα απαντάται το επώνυμο Μπίτας με το οποίο θεωρούμε ότι σχετίζεται. Το επώνυμο Μπιτάκος απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα και υπάρχει στα δημοτολόγια του χωριού Στράτος. Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά.
Μπολίκας, προέρχεται από την τούρκικη λέξη bol, η οποία σημαίνει την αφθονία (Ομάδα καθηγητών τούρκικης γλώσσα, 2003: 45), με την προσθήκη της υποκοριστικής κατάληξης –ίκας Η τούρκικη λέξη bol απαντάται σε αρκετά επώνυμα στην Ελλάδα, π.χ. Μπολάρης, Μπόλας κ.λπ. (Ντίνας, 1995: 190). Το συγκεκριμένο επώνυμο είναι καταγεγραμμένο και στα δημοτολόγια της Γουριώτισσας. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Νούσιας, προέρχεται πιθανότατα είτε από το κυριώνυμο Ιωάννα/Γιανονούλα, του οποίου απαντάται ως υποκοριστικό, είτε από το κυριώνυμο Ιωάννης. Την άποψη ότι προέρχεται από το κυριώνυμο Ιωάννης έχει διατυπώσει και ο Αραβαντινός (1997 [1909]: 100). Ίσως να σχετίζεται όμως με το όνομα Αθανάσιος. Κατατάσσεται επομένως είτε στα μητρωνυμικά είτε στα πατρωνυμικά. Θα πρέπει ωστόσο να αναφερθεί ότι στην αλβανική γλώσσα απαντάται η λέξη nus/e, -ja [νούσ/ε, -για], η οποία σημαίνει τη νύφη (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 449). Δεν αποκλείεται λοιπόν το επώνυμο αυτό να σχετίζεται με τη συγκεκριμένη λέξη. Σε αυτή την περίπτωση κατατάσσεται στα παρωνυμικά. Αρχιτσέλιγκας με το συγκεκριμένο όνομα είχε ιδρύσει το χωριό Νούσια ή Νουσέικα, το οποίο εγκαταλείφθηκε. Το επώνυμο αυτό απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα, στην Παλαιομάνινα και στη Στράτο.
ΦΩΤΟ 1937 ΣΤΟ ΑΓΡΑΜΠΕΛΟ 

Νταγιάντας, σχετίζεται με το ρήμα νταγιαντίζω ή νταγιαντάω/νταγιαντώ, το οποίο σημαίνει υπομένω, υποφέρω, ανέχομαι, βαστώ, αντέχω και μεταφορικά λαμβάνω υπ’ όψη, υπολογίζω, λογαριάζω (Σταματάκου, 1971, τόμος Β΄: 2.054). Ο Σταματάκος το συγκεκριμένο ρήμα το ετυμολογεί από την τούρκικη λέξη dayandum η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, προέρχεται από το τούρκικο dayanmak. Επίσης στο ελληνικό βορειοδυτικό ιδίωμα της περιοχής του Ξηρομέρου καταγράφεται το ρήμα νταγιαντάω το οποίο σημαίνει βοηθώ κάποιον να υπερνικήσει μιαν αντίσταση, δίνω ένα χέρι καθώς και δείχνω υπομονή, εγκαρτέρηση (Παπατρέχα, 2007: 95). Από το όνομα του συγκεκριμένου αρχιτσέλιγκα πήρε το όνομά του και το Βλαχόφωνο χωριό που ίδρυσε και το οποίο ονομάζονταν παλιότερα (άτυπα) και Νταγιάντα (νυν Αγράμπελο). Ο Μεντής (2011: 46) αναφέρει ότι αρχικά το συγκεκριμένο επώνυμο ήταν Ντάγιας κι ότι αργότερα μετασχηματίστηκε σε Νταγιάντας. Το επώνυμο αυτό απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα και στη Στράτο. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά..
 Πόππης, θεωρούμε τη ρίζα του συγκεκριμένου επώνυμου αλβανική. Στους αλβανόφωνους απαντάται το επώνυμο Πούπας-Πούπης, το οποίο σχετίζεται με τη λέξη pup/ë [πουπ] που σημαίνει τη φούντα, το τσαμπί και τον τσαλαπετεινό (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 553). Ο Μεντής (2011: 50 και 57) αναφέρει το επώνυμο Πόπος/Πώπος στην ευρύτερη περιοχή του Κεφαλόβρυσου Ιωαννίνων, το οποίο σχετίζει με το επώνυμο Πόππης. Μάλιστα ο ίδιος γράφει ότι από την οικογένεια Πόπου καταγόταν κι ο Κώτσια Πόποβιτς, υπουργός εξωτερικών της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας κατά το έτη 1958-1963. Το επώνυμο Πόππης απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα με δύο αλλά και με ένα /π/ καθώς και στην Παλαιομάνινα. Απαντάται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (Θεσσαλονίκη κ.α.). Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Σοροβέλης, το συγκεκριμένο επώνυμο σχετίζεται με το Βλαχόφωνο οικωνύμιο Σωροβίγλι/Σοροβίγλι (νυν Στράτος). Για την ετυμολογική ερμηνεία του συγκεκριμένου οικωνυμίου δες Βασιλείου, 2011: 332-360. Βασιλείου, 2012a: 287- 333 και Βασιλείου, 2012b: 253-270. Ωστόσο ο Αλεξάκης σε υπό δημοσίευση κείμενό του (Αλεξάκης, Αλβανικές γλωσσικές και πολιτισμικές επιδράσεις στους Φαρσεριώτες Βλάχους της Ηπείρου. Μια πρώτη προσέγγιση), που ασχολείται με τις αλβανικές γλωσσικές και πολιτισμικές επιδράσεις στους Φαρσεριώτες Βλάχους της Ηπείρου, αναφέρει την αλβανική λέξη sorr/ë [σορρ/], η οποία σημαίνει την κουρούνα, την καλιακούδα, την σταχτιά (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 612), την καρακάξα και κατ’ επέκταση τον αναιδή άνθρωπο. Από τη συγκεκριμένη λέξη ο Αλεξάκης ετυμολογεί και τα επώνυμα Σιώρης, Σιώρος, Σώρος κ.λπ. Δεν αποκλείεται λοιπόν το συγκεκριμένο επώνυμο να σχετίζεται με την παραπάνω αλβανική λέξη. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δώσαμε κατατάσσεται στα εθνωνυμικά ή πατριδωνυμικά, ενώ σύμφωνα με την ερμηνεία του Αλεξάκη στα παρωνυμικά. Τάγκας, άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης σε μας. Απαντάται και στους Σαρακατσάνους. Μάλιστα η φάρα των Ταγκαίων κατάγεται από το Σακαρέτσι (νυν Περδικάκι) της επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας (http://sarakatsianoi. blogspot.gr).
Τάκος, προέρχεται από υποκοριστικό ενός από τα ονόματα Δημήτριος, Κώστας, Πέτρος ή Παναγιώτης. Την ίδια γνώμη για τα παρεμφερή επώνυμα Τάκας και Τιάκος έχει και ο Ντίνας (1995: 234). Ο Αραβαντινός (1997 [1909]: 101) αναφέρει ότι στην Ήπειρο απαντάται το υποκοριστικό Τάκος, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, προέρχεται από το όνομα Παναγιώτης. Απαντάται και στα Όχθια. Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά.
Τάσσης, υποκοριστικό του ονόματος Αναστάσιος. Το συγκεκριμένο υποκοριστικό, όπως και το Τάτσης, συνηθίζεται ιδιαίτερα μεταξύ των Αρβανιτών. Ο Ντίνας (1995: 235) επίσης τα επώνυμα Τάσιος και Τάσης τα ετυμολογεί από το υποκοριστικό Τάσιος του ονόματος Αναστάσιος. Στην περιοχή υπάρχει και το υποκοριστικό T¹&! (Τάσσα) για γυναίκα της οποίας το όνομα είναι Αναστασία. Απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα και στο Στρογγυλοβούνι. Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά. Τζώρτζας, προέρχεται από τη λέξη Dziodzia, υποκοριστικό του ονόματος Γιώργος. Κατατάσσεται στα πατρωνυμικά.
Τούκας, άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης σε μας. Πληροφορητές από την Αλβανία ωστόσο μας πληροφόρησαν ότι στη χώρα τους απαντάται το ανδρικό όνομα Τουκ με το οποίο ίσως να σχετίζεται το συγκεκριμένο επώνυμο. Σε αυτή την περίπτωση κατατάσσεται στα πατρωνυμικά. Υπάρχει μικρή πιθανότητα όμως να σχετίζεται με το τουκάνι, παλιό γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν για να αλωνίσουν τα σιτάρια. Σε αυτή την περίπτωση κατατάσσεται στα παρωνυμικά.
Τσέλιος, ίσως σχετίζεται με το όνομα Στέργιος ή Αστέριος. Ωστόσο ο Αραβαντινός (1997 [1909]: 102) αναφέρει ότι στην Ήπειρο υπήρχε το υποκοριστικό Τσιέλιος, το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο προέρχεται από το τούρκικο όνομα Τζελήλ. Το επώνυμο Τσέλιος απαντάται και σε περιοχές οι οποίες έχουν εποικιστεί από αρβανιτόφωνους, όπως π.χ. στην Κάρυστο της Εύβοιας (http://www. karystosbluecoast.gr). Επίσης ο Ντίνας (1995: 240) αναφέρει πως σύμφωνα με τον Μπόγκα η λέξη Τσιέλος σημαίνει τον φουστανελοφόρο και το σκιάχτρο των σπαρτών. Ακόμη ο ίδιος αναφέρει πως ο Μπούτουρας το επώνυμο Τζελιός το ετυμολογεί από το κυριώνυμο Ευάγγελος. Την ίδια άποψη έχει υποστηρίξει και η Μιχαήλ-Δέδε (1997: 152), η οποία αναφέρει ότι στους Αρβανίτες από το όνομα Ευάγγελος προέρχεται το υποκοριστικό Τσέλjo. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά, αν όμως δεχτούμε την πληροφορία του Αραβαντινού ή την τελευταία του Ντίνα, κατατάσσεται στα πατρωνυμικά. Τσίπης, ο Ντίνας (1995: 249) αναφέρει στην Κοζάνη το επώνυμο Τσίπος το οποίο συσχετίζει με τις λέξεις τσίπης και τσάπος. Ο ίδιος αναφέρει πως ο Παπανικολάου καταγράφει τη φράση: γίδα τσίπα, χωρίς κέρατα και με μικρά αφτιά. Ο Ντίνας επίσης αναφέρει πως ο Βαμβακίδης καταγράφει το επώνυμο και παρωνύμιο Τσίπας, το οποίο παράγει από την τσίπα που σημαίνει το μικρό σφηνοειδές ξύλο. Κατά πάσα πιθανότητα το συγκεκριμένο επώνυμο σχετίζεται με κάποια από τις παραπάνω λέξεις. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά. Φέρρας, άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης σε μας. Πληροφορητές από την Αλβανία μας πληροφόρησαν ότι το συγκεκριμένο επώνυμο απαντάται και στη χώρα τους κι ότι σχετίζεται με την αλβανική λέξη ferr/ë, -a [φερρ/ε, -α], η οποία σημαίνει το μούρο αλλά και τον βάτο, το αγκάθι (Ομάδα καθηγητών αλβανικής γλώσσας, 2006: 162). Ο Αλεξάκης (2009: 112 και 132) αναφέρει το παρεμφερές επώνυμο Φάρα. Μάλιστα ο ίδιος αναφέρει ότι η Έλλη Φάρα, η οποία κατάγεται από την Κορυτσά, θεωρείται η εθνική τραγουδίστρια των Βλάχων και τα τραγούδια που τραγουδάει είναι πολυφωνικά. Το επώνυμο Φέρρας απαντάται επίσης στη Γουριώτισσα και στην Παλαιομάνινα. Κατατάσσεται, σύμφωνα με την ερμηνεία που μας δόθηκε από τους αλβανούς πληροφορητές, στα παρωνυμικά.
Φλώρος, προέρχεται από τη λέξη flόru η οποία σημαίνει τον ξανθομάλλη. Ο Νικολαΐδης (1999 [1909]: 571) για τη συγκεκριμένη λέξη αναφέρει πως σημαίνει τον λευκό, κυρίως επί ζώων. Ο Ντίνας (1995: 252) αναφέρει πως σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη το συγκεκριμένο επώνυμο προέρχεται από παρωνύμιο, το οποίο σημαίνει τη φλώρα, την άσπρη γίδα. Υπάρχει και στα δημοτολόγια του χωριού Γουριώτισσα. Κατατάσσεται στα παρωνυμικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: