Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Πήρε ο Απρίλης δώδεκα για το βλαχοξεκίνημα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας στα ηπειρώτικα βουνά


Μερικές εικόνες από την καθημερινή ζωή των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας, οι οποίοι αυτήν την εποχή ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν για τα βουνά, ετοιμάζονταν για να πάρουν ένα δρόμο μακρινό, τραχύ και δύσκολο. Κρεμούσαν όλα τα βαριά κουδούνια και κύπρια στα γκεσέμια τράγια και κριάρια...

Από τον Δημήτρη Στεργίου*



Σταδιακή η μόνιμη εγκατάσταση στην Παλαιομάνινα
     Αναδημοσιεύω από την εφημερίδα «Παλαιομάνινα» (φύλλο 5, σελίδες 4 και 5) το επίκαιρο άρθρο του συγχωριανού μου, συμμαθητή μου και φίλου Κώστα Γ. Κουτσουμπίνα για το «Βλαχοξεκίνημα». Θα ήθελα πριν από τη δημοσίευση αυτή να προτάξω το ακόλουθο σημείωμα:...


        Από διηγήσεις παλιών γερόντων του χωριού μας προκύπτει ότι μετά το 1829 οι πρόγονοί μας ζούσαν ως «σκηνίτες» στη θέση «Παλιοκούνακα» και ότι τα πρώτα σπίτια από λασποτοίχια ή πέτρα κτίσθηκαν μετά το 1840.
       Από στοιχεία και πληροφορίες γερόντων του χωριού μας σε σχετικές συζητήσεις κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, προκύπτει ότι η μόνιμη εγκατάσταση των βλαχοποιμένων προγόνων μας ήταν σταδιακή. 
     Σίγουρα, άρχισε μετά την ικανοποίηση σχετικού αιτήματός τους από τον τότε κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για «να τους δοθή μια συγκεκριμένη θέσις, η οποία ονομάζεται Μάνινα και Ποδολοβίτζα, επί Θέματος Ξηρομέρου…», δηλαδή μετά το 1829, και ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1880. Υπενθυμίζεται ότι η σχετική επιστολή εστάλη από τη Ναύπακτο στις 27 Σεπτεμβρίου 1829 και υπογραφόταν από τον Αθανάσιο Δημ. Κραψίτη.
         Πέντε στοιχεία επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση αυτή για σταδιακή εγκατάσταση των προγόνων μας στη Μάνινα και στην Παλαιομάνινα.
     Πρώτον, ο Ιωάννης Λαμπρίδης (1839 – 1891) αναφέρει ότι οι βλαχοποιμένες της Ακαρνανίας «προήλθαν από το χωριό Βιτσικόπουλο της περιοχής Παλαιπωγώνι της Βορείου Ηπείρου γύρω στο 1840».
      Δεύτερον, στον τοίχο, πάνω από τη νότια πόρτα της παλιάς εκκλησίας του χωριού μας (γκρεμίστηκε για να κτιστεί η σημερινή καινούργια) υπήρχε λίθινη πλάκα με το έτος ανέγερσής της (1866). Κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται αυτό τοσημαντικό γραπτό ντοκουμέντο!
        Τρίτον, ο Εζέ, ο οποίος επισκέφτηκε το χωριό μας το 1860, το αναφέρει ως «Παλαιό Μάνι», ενώ στην αποτύπωση της «Αυλόπορτας» που έκανε ο ίδιος, παρουσιάζει κι έναν βλαχοποιμένα φουστανελοφόρο! Αυτό σημαίνει ότι ήδη ηΠαλαιομάνινα κατοικούνταν από τους προγόνους μας βλαχοποιμένες πριν από το 1860.
        Τέταρτον, ο Βάϊγκαντ, ο οποίος επισκέφτηκε το χωριό μας το 1894, αναφέρει το χωριό μας ως «Κουτσομπίνα» ή «Μάνινα», που είχε 150 οικογένειες ή 750άτομα.
    Πέμπτον, πολλοί πρόγονοί μας βρέθηκαν να είναι γραμμένοι στο Δημοτολόγιο του Αστακού. Στο Δημοτολόγιο αυτό αναφέρεται ότι γεννήθηκαν στη Μάνινα μετά το 1860.
         Όπως διηγούνταν πολλοί γέροντες του χωριού, την περίοδο μετά το 1829 έως τη μόνιμη εγκατάστασή τους σταδιακά στην Παλαιομάνινα, οι πρόγονοί μας βλαχοποιμένες ζούσαν ως «σκηνίτες», δηλαδή σε κονάκια ή σε καλύβες και συγκεκριμένα στην περιοχή κοντά στην παλιά γεώτρηση, η οποία ονομάζεται «Παλιοκαλύβι» (Παλιοκάλυβα) ή «Παλιοκούνακι» (Παλιοκούνακα)!
       Επίσης, από τις ίδιες πληροφορίες και διηγήσεις προκύπτει ότι το πρώτο σπίτιπου χτίστηκε στην Παλαιομάνινα ήταν του Σαμαλέκου (κι όχι του Κουτσομπίνα) στη σημερινή του θέση, ενώ έως το τέλος της δεκαετίας του 1950 υπήρχαν στο χωριό μας σπίτια  χτισμένα όχι με πέτρα, αλλά με λάσπη και … καλάμια(λασποτοίχια!). Επίσης, μην ξεχνάμε ότι έως το 1950 τα δάπεδα των περισσότερων σπιτιών στην Παλαιομάνινα ήταν από κοκκινόλασπη!

Πήρε ο Απρίλης δώδεκα για το βλαχοξεκίνημα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας στα ηπειρώτικα βουνά

Πήρε ο Απρίλης δώδεκα
και Μάης δεκαπέντε,
 κι οι Βλάχοι βγαίνουν στα βουνά
μαζί με τα κοπάδια.
Ήρθε ο καιρός να φύγουμε,
στον τόπο μας να πάμε.

        Αυτό το τραγούδι έλεγαν οι Βλάχοι της Ακαρνανίας, όταν ετοιμάζονταν να πάνε το καλοκαίρι στα ηπειρώτικα βουνά από τα ακαρνανικά χειμαδιά.
      Όταν ερχόταν η άνοιξη (τέλος άνοιξης, μια - δυο εβδομάδες πριν ξεκινήσουν για τα βουνά), οι τσοπαναραίοι δοκιμάζονταν από μια ψυχική αναστάτωση. Ετοιμάζονταν για να πάρουν ένα δρόμο μακρινό, τραχύ και δύσκολο.    
    Κρεμούσαν όλα τα βαριά κουδούνια και κύπρια στα γκεσέμια τράγια και κριάρια. Ήταν ο αγώνας μιας σκληρής ζωής, αλλά με χαρούμενη διάθεση, εγκαρτέρηση και πίστη σε αυτό που έκαναν.
       Οι άντρες μπάλωναν τα σαμάρια, πετάλωναν τα αλογομούλαρα. Οιγυναίκες ήταν και πάλι αυτές που έτρεχαν πέρα - δώθε στα κονάκια, σάκιαζαν, ξεσάκιαζαν, πρόσεχαν να έχουν εύκαιρα τα σύνεργα για το άρμεγμα, καζάνια, κακκάβια, κιντρούσιες, τσαντήλες, πιτυά και όσα ήταν αναγκαία για το ξεκαλοκαιριό. Όλα αυτά τα φόρτωναν στα αλογομούλαρα.
         Ο γερο - τσέλιγκας τακτοποιούσε τους λογαριασμούς με τους ιδιοκτήτες των βοσκότοπων και άλλες υποχρεώσεις. Ήταν ο μόνος υπεύθυνος για όλα. Όχι μόνο για τη χειμερινή περίοδο, αλλά και για την άλλη που θα ερχόταν. Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, η διαπίστωση ότι η διοικητική οργάνωση των Βλάχων ήταν μυκηναϊκή και ομηρική. «Εις κοίρανος έστω», δηλαδή «να είναι ένας ο αρχηγός», λέει οΌμηρος.

Συγκέντρωση στα «Παλιοκούνακα»
      Έτσι, λοιπόν, την παραμονή της ημέρας που θα έφευγαν για τα βουνά,συγκεντρώνονταν κατά στάνες. Συνήθως, οι Βλάχοι πρόγονοί μας παραχείμαζαν στη θέση «Παλιοκούνακα» (έτσι λέγεται και σήμερα) της περιοχής τηςΠαλαιομάνινας και ξεκαλοκαίριαζαν στις οροσειρές της Πίνδου ή στα Άγραφα.
         Ανήμερα, λοιπόν, χαράματα, φόρτωναν τα αλογομούλαρα με όλα τα απαραίτητα και ξεκινούσαν με τα πόδια για το μακρινό και δύσκολο ταξίδι.Μπροστά πήγαιναν οι γυναίκες φορτωμένες. Τα μικροπαίδια ήταν ανεβασμένα στα αλογομούλαρα. Πάνω, κάπου ανάμεσα στα ρούχα (κάπες, τσέργκες κ.λπ.), ήταν και τα παιδιά, όλο καμάρι και υπερηφάνεια που έφευγαν κι εκείνα για τα βουνά.
         Πίσω ακολουθούσαν τα κοπάδια με τους τσοπαναραίους, τα οποία συνόδευαν μεγάλα βλάχικα τσοπανόσκυλα, που κυκλοφορούσαν άλλα ανάμεσα στα κοπάδια, άλλα μπροστά και άλλα πίσω. Αχολογούσαν, λοιπόν, τα λακώματα και οι πλαγιές από τα κουδούνια, τα κύπρια και τα βελάσματα, τις φλογέρες και τα τουφεκίσματα.
Τότε έλεγαν:
«Σ΄μπλού κάλια ντι Ριμένι»,  δηλαδή γέμισε ο δρόμος από Ελληνόβλαχους.

Απόφαση για μόνιμη εγκατάσταση
     Κάποια χρονιά όμως άλλαξαν τα πράγματα. Όπως ήδη αναφέραμε, την προηγούμενη ημέρα από την αναχώρηση στα βουνά, συνάζονταν όλοι Βλάχοι γύρω από το κονάκι του γέρο - τσέλιγκα και έκαναν αποχαιρετιστήρια γιορτή για το «έχε γεια». Άναβαν φωτιές, έψηναν αρνιά, έστηναν χορό, έριχναν τουφεκιές στον αέρα και την ώρα που ήλιος μάζευε και τις τελευταίες του ακτίνες, ανέβαινε ο γέρο - τσέλιγκας σε μια πέτρα και εκφωνούσε τον αποχαιρετιστήριο λόγο του. 
     Μια όμως χρονιά ήταν σημαδιακή. Ο λόγος του γέρο - τσέλιγκα ήταν αλλιώτικος. Ήταν μαζί λεβεντιά και ποίημα, ήταν ύμνος και μοιρολόϊ.
     -Ω, παιδιά μου, ορφανά μου, είπε. Ως πότε παλικάρια θα αφήνουμε γεια σταπαλιοκούνακα, στα βοσκοτόπια και στις βελανιδιές;
    Σκούπισε με το φαρδύ μανίκι του ένα δάκρυ και έβγαλε φωνή σπαραξικάρδια:
    -Μάνινα, καλή μας Μάνινα, έχε γεια, είπε.

     Δάκρυσαν όλοι, φίλησαν το γερο - τσέλιγκα και τον παρακάλεσαν νααναβληθεί για την επομένη ημέρα το βλαχοξεκίνημα στα βουνά.
       Στη σύσκεψη όμως που επακολούθησε αποφασίσθηκε ομόφωνα η οριστική ματαίωση του βλαχοξεκινήματος. Και από τότε δεν ξανάφυγαν πια από την Ακαρνανία...

*Το κείμενο αυτό του Κώστα Κουτσουμπίνα βασίζεται σε πληροφορίες που άντλησε από τον πατέρα Γιώργο Κουτσουμπίνα και άλλους γέροντες του χωριού μας, όταν ήταν ακόμη σε μικρή ηλικία. Αναδημοσίευση από το φύλλο 5 της Εφημερίδας «Παλαιομάνινα»

(* Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Στεργίου γεννήθηκε στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας και διετέλεσε διευθυντής μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και περιοδικών).

Δεν υπάρχουν σχόλια: