Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Εικόνες μακρινές κι αγαπημένες...


Κατά τις 10 Απρίλη οι βροχές
σταμάτησαν και η κυρά Λέξω κάθε πρωί 
γιόμιζε το κοφίνι φυντάνι ή το ’βαζε σε 
παστάδα σε άδεια τελάρα.


Γράφει η:Μαρία Ευαγ. Μπαμπάνη

Αρχές του Φλεβάρη του 1965 η κυρά-Λέξω έβρεξε......

τον σπόρο του καπνού, τον τύλιξε με κάνα δύο σκουτιά και τον άφησε κοντά στο τζάκι για να βγάλει φύτρο. Κάθε πρωί τον γύριζε προς την φωτιά για να διατηρείται ζεστός. Μέχρι να βγάλει ρίζα έπρεπε να ετοιμαστούν στον κήπο οι «βραγιές» για να τον σπείρουν και να βγουν από το αμπάρι τα νάιλον για να ξεμουχλιάσουν. Μ’ αυτά θα σκέπαζαν τις βραγιές για να δημιουργηθούν οι κατάλληλες θερμοκρασίες που θα του επέτρεπαν να φυτρώσει και να μεγαλώσει ίσα με είκοσι εκατοστά. Έστειλε τον γιό της να φέρει λίγη κοπριά από τον αχυρώνα να ενισχύσει το χώμα. Στο μεταξύ ο άντρας της όλο το Φλεβάρη και το Μάρτη ετοίμαζε κάθε πρωί τα χωράφια. Όργωμα και πάλι όργωμα, έβγαζε πέτρες,χορτάρια που τελειωμό δεν είχαν στα ξεροχώραφα και τέλος σβάρνιζε και ήταν έτοιμα για αυλακιές. Οι αποκριές στο μεταξύ δεν εί-
χαν και ιδιαίτερη σημασία στο χωριό. Τι να αποκρέψουν από κρέας
αφού διαρκώς το στερούνταν… Μόλις ο σπόρος στη σακούλα έριξε ριζούλα η κυρά-Λέξω τον έριξε στις βραγιές προσέχοντας να μην πέσει αλλού πολύς κι’ αλλού λίγος, μετά τον σκέπασε σέρνοντας το χώμα, τον πότισε ελαφρώς με το ποτιστήρι, λύγισε μια-μια τις βέργες της λυγαριάς και τις στερέωσε από δω κι από κει στο χώμα κάθε μισό μέτρο από μία.
Όταν τελείωσε τις σκέπασε με το νάιλον που από τη μια μεριά το παράχωσε στο χώμα κι απ’ την άλλη το στέριωσε με πέτρες για να μη
το σηκώσει ο αέρας. Στην κορυφή το άφηνε ανοιχτό για ν’ αερίζεται, αλλά το βράδυ το έκλεινε. Αν καμιά κότα ξέφευγε και σκάλιζε τις βραγιές την τιμωρούσε παραδειγματικά. Κάθε πρωί το κοίταζε προσμένοντας να το δει να ξεφυτρώνει, όπως ο έφηβος το μουστακάκι του.
Κατά τις 10 Απρίλη οι βροχές σταμάτησαν και η κυρά Λέξω κάθε
πρωί γιόμιζε το κοφίνι φυντάνι ή το ’βαζε σε παστάδα σε άδεια τελάρα. Ποτιστήρια, τσάπες, κασμάδες, νερό, ψωμί, κρεμμύδι, ελιές και δρόμο για το χωράφι. Ο άντρας της άνοιγε αυλάκια, εκείνη φύτευε με το σουβλί ρίζα-ρίζα και τα παιδιά πότιζαν με το ποτιστήρι. Αυτό ήταν το μόνο νερό που έπαιρνε ο καπνός κείνα τα χρόνια στα ξερικά χωραφάκια. Αυτή η δουλειά κρατούσε μέχρι το σούρουπο μ’ ένα διάλειμμα το μεσημέρι για κολατσιό. Βλέποντας τα παιδιά το φυντάνι να μην έχει τελειωμό και το χωράφι επίσης μελαγχολούσαν και τα μεγαλύτερα που βοηθούσαν στο φύτεμα έβαζαν δυο-δυο τις ρίζες, μέχρι που τους έβλεπε η μάνα τους και προσπαθούσε να τους συνετίσει. Αν τους έπιανε και καμιά βροχή δεν στεναχωριόντουσαν γιατί οι μεγάλοι λέγανε «Να ’ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα φώτα χιονισμένα και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια γιομισμένα».
Το βράδυ γύριζαν σπίτι με τα μάτια πρησμένα από το σκύψιμο ολημερίς, τα χέρια σχισμένα από το χώμα και το πρωινό αγιάζι κι έπρεπε να ξεκουραστούν για ν’ αντέξουν την ίδια διαδικασία επί
ένα μήνα σχεδόν.
Το Πάσχα τους βρήκε όλους κατάκοπους και νυσταγμένους…
Καλό Πάσχα…



Δεν υπάρχουν σχόλια: