Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΜΠΑΝΗ : Αν οι βελανιδιές μιλούσαν.....


Απόσπασμα από το βιβλίο της συγχωριανιάς μας Μαρίας Ευαγ.Μπαμπάνη «Στον ίσκιο της Βελανιδιάς» που κυκλοφόρησε από την Ξηρομερίτικη Εταιρεία Λόγου και Τέχνης  (Ξ.Ε.ΛΟ.Τ)  

 - Όμορφη μέρα ξημέρωσε, μα θαρρώ κυρά μου είσαι σκεφτική.
-      Δίκαιο έχεις κάτι έχω σήμερα. Ξέρεις γιατί; Σήμερα γίναμε 80 χρονών.
-      Ε και. Κι εγώ πέρσι έκλεισα τα 50. Δεν μας πήραν δα και τα χρόνια...
-      Τα χρόνια δεν μας πήραν, μα τα χρόνια άλλαξαν κόρη μου.
 Αισθάνομαι άχρηστη πια. Έτσι μου ’ρχεται να μην ξανακρατήσω βελανίδια. Μήπως θυμάσαι πότε τα μάζεψαν τελευταία φορά..!....

-      Ουου.... Δεντράκι ήμουνα θαρρώ, που ’ρχονταν τα παιδιά, κυρίως κορίτσια με τα παρδαλά σακουλάκια τους, με τις άσπρες μαντίλες τους στα μαλλιά που οι πιο φιλάρεσκες τις έδεναν περίτεχνα, αφήνοντας έξω τ’ αυτιά τους κι όταν τέλειωναν τις τίναζαν και τις ξαναφορούσαν. Κι αν ήταν καμιά μορφονιά που σιγοτραγουδούσε κιόλας, εσύ κι ο άνεμος συνωμοτούσατε και ρίχνατε κι άλλο καρπό κάτω, για να μείνει λίγο παραπάνω.
-      Πάνε πια αυτά. Από πότε έχεις να δεις άνθρωπο να ξαποσταίνει στην ρίζα σου: Πότε άκουσες  τελευταία φορά βελάσματα: Μόνο από μακριά κάπου-κάπου ακούγονται. Δεν σταλίζουν πια στην ρίζα μας.
-      Ναι μα έτσι γλίτωσες απ’ τις κατσίκες που από την λαιμαργία τους σκαρφάλωναν και πάνω σου.
-      Ούτε τα ξερά μας δεν κόβουν πια. Βάλανε λέει κεντρική θέρμανση γιατί οι γυναίκες βαριούνται να καθαρίζουν τις στάχτες. Τζάκι ανάβουν πια μόνο οι πλούσιοι αλλά και αυτοί όταν καλούν κόσμο στο σπίτι.
-      Μα να σου πω, καλύτερα άκαρπα και ξερά, παρά να μας πετσοκόβουν όπως εδώ παρακάτω. Χθες ο αέρας μου ’λέγε ότι στην πίσω ράχη κάθε μέρα γίνεται χαμός, γκάπα-γκούπα, γκάπα- γκούπα. Λες να ’ρθεί και η σειρά μας;
      Α μπα, είμαστε τυχερές γιατί είμαστε κοντά στο δρόμο και φοβούνται μην τους δει κανείς. Σ’ αυτό το δρόμο χρωστάς τα χρόνια σου κι όλα όσα είδες κι άκουσες. Μα και χάρη σ’ αυτόν γλιτώσαμε τότε στη μεγάλη φωτιά. Δώρο άδωρο θα μου πεις, γιατί τη φωτιά την γλιτώσαμε, μα το φθινώπορο που ακολούθησε, το νερό πήγε τα φρύγανα και το χώμα στον κάμπο και ξέβραζε τις ρίζες μας. Κι ύστερα μας απόκαμαν οι γερόντισσες που ήρθαν κι έκοβαν τις ρίζες μας για τον φούρνο. Πόσες αδελφές μας δεν ξεράθηκαν τότε..!
-      Μην τα θυμάσαι αυτά τώρα, εγώ θα σου θυμίσω ευχάριστα πράγματα. Όπως τότε που κρατούσες την ανάσα σου, το θρόισμα των φύλλων σου για να μην ξυπνήσεις εκείνα τα δυνατά βοσκόπουλα που ξαπόσταιναν στον ίσκιο σου, όταν το λιοπύρι άσπριζε τις πέτρες γύρω. Σε ’βλεπα να συγκινείσαι όταν κανένα ζευγαράκι ακουμπούσε στον κορμό σου, έτσι για να αγγίξουν ο ένας τον άλλο φευγαλέα, ή να κοιταχτούν στα μάτια. Να χαίρεσαι όταν κανένας δάσκαλος έφερνε τα παιδιά και τους έλεγε «Ο δρυμός και ο δρυμός» κι αυτά τα σκασμένα του βάζανε φύλλα στο καπέλο. Κάθε Μάη που κούρευαν τα πρόβατα ο αέρας γέμιζε βελάσματα, κουδούνια, τραγούδια, αρνιά στη σχάρα. Δεν νομίζω να ξέχασες τότε που ήρθε και κρύφτηκε στην κουφάλα σου εκείνο το μελίσσι και κάτι «επιτήδειοι» με κουκούλες και κάτι χωνιά που έβγαζαν καπνό, τις μάζεψαν σε ένα τελάρο. Ή λες να ξέχασα εγώ εκείνο τον ονειροπόλο που κάθονταν στην ρίζα μου, αγνάντευε τον κάμπο και φιλοσοφούσε. Άλλοτε κοιτούσε ψηλά σαν αλλοπαρμένος νομίζαμε, μ’ αυτός αφουγκραζόταν τα πετούμενα που φώλιαζαν στα κλαδιά μας και λαλούσαν σαν μεθυσμένα πρωί και βράδυ κι απ’ το μεθύσι τους μέθαγε κι αυτός και δεν ξεκόλλαγε. Κάπου-κάπου έπαιρνε κι έναν υπνάκο ώσπου μια μέρα αντίκρισε δίπλα του καθώς ξύπνησε ένα φίδι κι όπου φύγει-φύγει και δεν τον ξανάδαμε.
-      Είσαι ναι και θυμάσαι τα καλά και τα χωρατά. Μα ’γω θυμούμαι πιότερο αυτά που με βαραίνουν. Τα μυστικά, τις υποσχέσεις, τα ψέματα, τους όρκους. Είδα άλλον να κλέβει αρνιά και σ’ άλλον να το φορτώνει. Είδα πονεμένους να γέρνουν στον κορμό μου, είδα ανθρώπους άδικους σα σκιές μέσα στη νύχτα σ’ άνομα μονοπάτια κι εγώ ανήμπορη να τους σταματήσω θλιβόμουν μόνο, είδα τους ανθρώπους του χωριού να αραιώνουν και μια βουβαμάρα ν’ απλώνεται για μέρες. Και βάρυνε και βάρυνε η ψυχή μου κι έγινε πιο βαριά απ’ το «Μπέρου Του Σίκα» .
-      Τι λες να φύγουμε από ’δω;
-      Και που να πάμε κόρη μου εδώ είναι οι ρίζες μας, εδώ είναι ο τόπος μας. Δε θα μπορούσαμε να είμαστε πουθενά αλλού.....»
(Υ.Γ. Μα ούτε  εγώ θα μπορούσα να φανταστώ το χωριό μου χωρίς βελανιδιές).

Δεν υπάρχουν σχόλια: